Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spectacled bear
01
αρκούδα με γυαλιά, αρκούδα των Άνδεων
a species of bear native to South America, named for the distinctive facial markings that resemble eyeglasses or spectacles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spectacled bears



























