Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mesothorax
01
μεσώθωρακας, μεσαίο τμήμα του θώρακα
the middle segment of the thorax in animals, typically bearing the middle legs and forewings in insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mesothoraxes



























