Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reticulorumen
01
δικτυωτό-ρόμενο, ρετικουλορούμεν
a big part of the stomach in animals like cows, sheep, and goats, where food is processed and stored before it's fully digested
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reticulorumen



























