Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fruitarian
01
φρουτοφάγος, φρουταριανός
a person who primarily consumes fruits, nuts, seeds, and other plant-based foods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fruitarians



























