to remaster
Pronunciation
/ɹɪmˈæstɚ/

Ορισμός και σημασία του "remaster"στα αγγλικά

to remaster
01

επανακυκλοφορώ, αναδημοσιεύω

to improve the quality of a previously recorded or mastered work, such as music or film, to achieve higher audio or visual fidelity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remaster
γ΄ ενικό πρόσωπο
remasters
ενεστώτα μετοχή
remastering
απλός αόριστος
remastered
παθητική μετοχή
remastered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store