all-dressed
all
ɑl
αλ
dressed
drɛst
ντρεστ
/ˈɔːldɹˈɛst/

Ορισμός και σημασία του "all-dressed"στα αγγλικά

all-dressed
01

διακοσμημένο με μια ποικιλία από συστατικά, καλυμμένο με διαφορετικά τοπινγκ

topped or garnished with a variety of different ingredients
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most all-dressed
συγκριτικός βαθμός
more all-dressed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store