Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Staffroom
01
αίθουσα καθηγητών, αίθουσα προσωπικού
a room for all teachers of a school to go to take a break, relax, and socialize with their colleagues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staffrooms
Παραδείγματα
The staffroom is where I go when I need to catch up on paperwork during free periods.
Η αίθουσα καθηγητών είναι εκεί που πηγαίνω όταν χρειάζεται να καλύψω χαρτούρα κατά τις ελεύθερες ώρες.
02
αίθουσα καθηγητών, αίθουσα ανάπαυσης προσωπικού
a room in a workplace where employees can take breaks, relax, eat, or talk when they are not working
Παραδείγματα
The employees gathered in the staffroom during their lunch break.
Οι εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα προσωπικού κατά τη διάρκεια του διαλείμματος για γεύμα.
Λεξικό Δέντρο
staffroom
staff
room



























