farm holiday
farm
ˈfɑ:m
faam
ho
hɒ
ho
li
lə
lē
day
deɪ
dei

Ορισμός και σημασία του "farm holiday"στα αγγλικά

01

διακοπές σε αγρόκτημα, διαμονή σε αγρόκτημα

a vacation spent on a farm where visitors can participate in agricultural activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
farm holidays
Παραδείγματα
They booked a farm holiday in the countryside. 

Κράτησαν διακοπές σε αγρόκτημα στην ύπαιθρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store