Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Individual sport
01
ατομικό άθλημα, ατομική διοργάνωση
a sport where participants compete as individuals rather than as part of a team
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
individual sports
Παραδείγματα
Gymnastics can be both a team and individual sport.
Η γυμναστική μπορεί να είναι και ομαδικό και ατομικό άθλημα.



























