Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preppy
01
καλαίσθητος, καθαρισμένος
having a refined and polished style of clothing, associated with graduates of elite preparatory schools
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
preppiest
συγκριτικός βαθμός
preppier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, style, social_class
Παραδείγματα
He wore a preppy outfit with a blazer and khakis.
Φορούσε ένα preppy ντύσιμο με ένα blazer και khakis.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
preppy
prep



























