cataplana
ca
tap
ˈtəp
tēp
la
lɑ:
laa
na

Ορισμός και σημασία του "cataplana"στα αγγλικά

01

καταπλάνα, ένα παραδοσιακό πορτογαλικό μαγειρικό σκεύος που αποτελείται από δύο μεταλλικές κατσαρόλες σε σχήμα κοχύλι που συνδέονται με άρθρωση και σφραγίζονται με ένα στεγανό καπάκι

a traditional Portuguese cooking utensil consisting of two clamshell-shaped metal pots that are hinged together and sealed with a tight-fitting lid 
cataplana definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cataplanas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store