stain remover
stain
ˈsteɪn
στειν
re
ρι
mo
mu:
μου
ver
βα

Ορισμός και σημασία του "stain remover"στα αγγλικά

01

απορρυπαντικό, καθαριστικό λεκέδων

a substance or product that is used to remove spots or marks from fabrics, surfaces, or other materials 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stain removers
Παραδείγματα
She used a stain remover to get rid of the red wine stain on her favorite shirt. 

Χρησιμοποίησε ένα απορρυπαντικό κηλίδων για να αφαιρέσει τον λεκέ από κόκκινο κρασί στο αγαπημένο της μπλούζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store