Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cook-chill
01
μαγειρεύω-ψύχω, γρήγορο μαγείρεμα και ψύξη
to cook food to a desired temperature, rapidly chill it, and store it in a chilled state for later use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cook-chill
γ΄ ενικό πρόσωπο
cook-chills
ενεστώτα μετοχή
cook-chilling
απλός αόριστος
cook-chilled
παθητική μετοχή
cook-chilled



























