breaded
brea
brɛ
μπρε
ded
dɪd
ντιντ
/bɹɛdɪd/

Ορισμός και σημασία του "breaded"στα αγγλικά

01

παναρισμένος, καλυμμένος με ψίχουλα

coated with bread crumbs
breaded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most breaded
συγκριτικός βαθμός
more breaded
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store