Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bruised
01
μελανιασμένος, χτυπημένος
(of body parts) having a discolored mark due to broken blood vessels, typically caused by an injury or pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bruised
συγκριτικός βαθμός
more bruised
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The boxer's face was bruised and swollen after the intense match.
Το πρόσωπο του μποξέρ ήταν μελανιασμένο και πρησμένο μετά τον έντονο αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
bruised
bruise



























