Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bruised
01
μελανιασμένος, χτυπημένος
(of body parts) having a discolored mark due to broken blood vessels, typically caused by an injury or pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bruised
συγκριτικός βαθμός
more bruised
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, injury, body
Παραδείγματα
She had a bruised arm after accidentally bumping into the door.
Είχε ένα μελανιά στο χέρι αφού χτύπησε κατά λάθος την πόρτα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bruised
bruise



























