chopped liver
chopped
ˈʧɒpt
τσοπτ
li
λι
ver
βα

Ορισμός και σημασία του "chopped liver"στα αγγλικά

01

ασήμαντος άνθρωπος, κάποιος που δεν μετράει

a very insignificant individual or thing 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I've been working hard on this project, and now they're all praising Sarah. What am I, chopped liver? 

Κάλεσαν όλους από την ομάδα εκτός από εμένα. Εγώ δηλαδή δεν μετράω;

02

ψιλοκομμένο συκώτι, πατέ συκωτιού

* a savoury spread made from sautéed liver and onions. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store