Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chopped liver
01
ασήμαντος άνθρωπος, κάποιος που δεν μετράει
a very insignificant individual or thing
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I've been working hard on this project, and now they're all praising Sarah. What am I, chopped liver?
Κάλεσαν όλους από την ομάδα εκτός από εμένα. Εγώ δηλαδή δεν μετράω;
02
ψιλοκομμένο συκώτι, πατέ συκωτιού
* a savoury spread made from sautéed liver and onions.
LanGeek



























