to grab a bite (to eat/)
grab
græb
γκραιμπ
a
ə
α
bite
baɪt
μπαιτ
(to
eat/)

Ορισμός και σημασία του "grab a bite (to eat)"στα αγγλικά

to grab a bite (to eat)
01

τσιμπάω κάτι στα γρήγορα, τρώω κάτι βιαστικά

to quickly make a meal for oneself, often due to a time constraint 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Nothing's better than grabbing a bite to eat with friends. 

Έχω μόνο είκοσι λεπτά, οπότε θα τσιμπήσω κάτι στα γρήγορα πριν τη σύσκεψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store