plan b
plan
plæn
πλαιν
b
bi:
μπη
/plˈan bˈiː/

Ορισμός και σημασία του "plan B"στα αγγλικά

01

σχέδιο Β

a plan used as an alternative to the original plan should it prove fruitless or fail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plan Bs
Παραδείγματα
It's time I put plan B into action.
Ήρθε η ώρα να βάλω σε εφαρμογή το σχέδιο Β.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store