Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plan B
01
σχέδιο Β
a plan used as an alternative to the original plan should it prove fruitless or fail
Παραδείγματα
It's time I put plan B into action.
Ήρθε η ώρα να βάλω σε εφαρμογή το σχέδιο Β.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σχέδιο Β