Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Funny business
01
ύποπτες δραστηριότητες, απάτη
any activity or behavior that is considered suspicious, dishonest, or deceptive, often intended to deceive or cheat others
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The accountant noticed some funny business in the company's expense reports.
Υποψιάζομαι ότι υπάρχει κάποια ύποπτη δραστηριότητα με τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας.



























