activist
ac
ˈæk
āk
ti
ti
vist
vɪst
vist
hacktivist

Ορισμός και σημασία του "activist"στα αγγλικά

01

ακτιβιστής, αγωνιστής

a person who tries to bring about political or social change, especially someone who supports strong actions such as protests, etc. 
activist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
activists
Παραδείγματα
The activist organized a large protest to demand better working conditions for factory employees. 

Ο ακτιβιστής οργάνωσε μια μεγάλη διαδήλωση για να απαιτήσει καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους εργαζομένους του εργοστασίου.

01

ακτιβιστικός, δραστήριος

advocating or actively engaged in social, political, or environmental causes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, society, behavior
Παραδείγματα
She took an activist role in the campaign for clean water. 

Ανέλαβε έναν ακτιβιστικό ρόλο στην εκστρατεία για καθαρό νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

activistic
activist
active
act
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store