Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
footloose and fancy-free
01
ελεύθερος κι ωραίος, χωρίς δεσμεύσεις
free to do as one pleases without having any attachments, particularly romantic ones
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
After the breakup, she felt footloose and fancy-free.
Μετά τον χωρισμό ένιωθε ελεύθερη κι ωραία.



























