Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
draft-mule work
/dɹˈæftmjˈuːl wˈɜːk/
/dɹˈaftmjˈuːl wˈɜːk/
mule work
Draft-mule work
01
σκληρή δουλειά, βαρετή δουλειά
the hardest or most boring part of a task or job
Dialect
American
Idiom
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team worked tirelessly, doing the draft mule work necessary to set up the event venue, arranging chairs, tables, and decorations.
Η ομάδα εργάστηκε ακούραστα, κάνοντας τη δουλειά του υποζυγίου που ήταν απαραίτητη για τη διαμόρφωση του χώρου της εκδήλωσης, τακτοποιώντας καρέκλες, τραπέζια και διακοσμήσεις.



























