Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surrogacy
01
υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, αντικατάσταση μητρότητας
an arrangement in which a woman carries and gives birth to a baby for someone else
Λεξικό Δέντρο
surrogacy
surrog
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, αντικατάσταση μητρότητας
Λεξικό Δέντρο