surrogacy
Pronunciation
/ˈsɝəɡəsi/

Ορισμός και σημασία του "surrogacy"στα αγγλικά

01

υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, αντικατάσταση μητρότητας

an arrangement in which a woman carries and gives birth to a baby for someone else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The baby was born healthy through surrogacy.
Το μωρό γεννήθηκε υγιές μέσω της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής με παρένθετη μητέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store