drug therapy
drug
ˈdrʌg
ντραγκ
the
θɛ
θε
ra
ρα
py
pi
πι

Ορισμός και σημασία του "drug therapy"στα αγγλικά

01

φαρμακευτική αγωγή

the use of medication or pharmaceuticals to treat, manage, or prevent various diseases or conditions in the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Drug therapy is often used to manage chronic conditions such as hypertension, diabetes, and asthma. 

Η φαρμακευτική αγωγή χρησιμοποιείται συχνά για τη διαχείριση χρόνιων παθήσεων όπως η υπέρταση, ο διαβήτης και το άσθμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store