Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intravenous pole
01
στύλος ενδοφλέβιος, στήριγμα ορού
a medical device for holding IV fluid bags and administering fluids or medications to patients
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intravenous poles
LanGeek



























