Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hung parliament
01
κρεμασμένο κοινοβούλιο, κοινοβούλιο χωρίς πλειοψηφία
a situation in government where no one political party or group has more than half of the total number of seats in the parliament
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hung parliaments
Παραδείγματα
The political instability caused by the hung parliament made it challenging to address urgent national issues.
Η πολιτική αστάθεια που προκλήθηκε από την κρεμασμένη βουλή έκανε δύσκολη την αντιμετώπιση των επειγόντων εθνικών θεμάτων.



























