time-saving
time
taɪm
taim
sa
seɪ
sei
ving
vɪng
ving

Ορισμός και σημασία του "time-saving"στα αγγλικά

time-saving
01

εξοικονόμηση χρόνου, που εξοικονομεί χρόνο

effective in reducing the time and effort required to complete a task or achieve a goal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most time-saving
συγκριτικός βαθμός
more time-saving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
efficiency, technology, work
Παραδείγματα
The time-saving technology allowed her to finish the report in half the usual time. 

Η τεχνολογία εξοικονόμησης χρόνου της επέτρεψε να ολοκληρώσει την αναφορά στο μισό του συνηθισμένου χρόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store