Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-written
01
καλογραμμένο, καλοδομημένο
(of a piece of writing) composed or constructed in a way that is clear, effective, and skillfully presented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-written
συγκριτικός βαθμός
better-written
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It ’s rare to find such a well-written review of the movie.
Είναι σπάνιο να βρεις μια τόσο καλά γραμμένη κριτική για την ταινία.



























