to oven-cook
o
ˈʌ
a
ven
vən
vēn
cook
kʊk
kook
overcook

Ορισμός και σημασία του "oven-cook"στα αγγλικά

to oven-cook
01

μαγειρεύω στο φούρνο, ψήνω

to cook food in an oven 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oven-cook
γ΄ ενικό πρόσωπο
oven-cooks
ενεστώτα μετοχή
oven-cooking
απλός αόριστος
oven-cooked
παθητική μετοχή
oven-cooked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store