Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oven-cook
01
μαγειρεύω στο φούρνο, ψήνω
to cook food in an oven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oven-cook
γ΄ ενικό πρόσωπο
oven-cooks
ενεστώτα μετοχή
oven-cooking
απλός αόριστος
oven-cooked
παθητική μετοχή
oven-cooked



























