ovation
o
ου
va
ˈveɪ
βει
tion
ʃən
σαν
/ə‍ʊvˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "ovation"στα αγγλικά

01

επιδοκιμασία

an enthusiastic expression of approval by the audience, typically through clapping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ovations
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store