to dry-roast
Pronunciation
/dɹaɪɹoʊst/

Ορισμός και σημασία του "dry-roast"στα αγγλικά

to dry-roast
01

ξηρό ψήσιμο, ψήσιμο χωρίς λάδι

to cook food, typically nuts, seeds, or spices, in a dry skillet or pan without the addition of any oil or fat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dry-roast
γ΄ ενικό πρόσωπο
dry-roasts
ενεστώτα μετοχή
dry-roasting
απλός αόριστος
dry-roasted
παθητική μετοχή
dry-roasted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store