Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meat tenderizer
01
μαλακτικό κρέατος, σφυρί για κρέας
a kitchen tool, usually a mallet or a spiked device, used to physically break down the muscle fibers and connective tissue of tough cuts of meat to make it more tender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meat tenderizers



























