Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump the line
01
παίρνω τη σειρά άλλου, χώνομαι στην ουρά
to try to unfairly move past a group of people lining up somewhere before one's turn arrives
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He tried to jump the line at the ticket counter.
Προσπάθησε να πάρει τη σειρά άλλων στο ταμείο εισιτηρίων.
02
παίρνω τη σειρά άλλου, μπαίνω σφήνα στη σειρά
to unfairly try to do something when it is someone else's turn to do so
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He tried to jump the line at the ticket counter.
Προσπάθησε να πάρει τη σειρά άλλων στο ταμείο εισιτηρίων.



























