jump-start
jump
ʤʌmp
τζαμπ
start
stɑ:t
στατ
jumpstart

Ορισμός και σημασία του "jump-start"στα αγγλικά

01

ξεκίνημα με καλώδια, ξεκίνημα με βοηθητική μπαταρία

the act of starting a vehicle with a discharged battery using power from another vehicle's battery 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jump-starts
Παραδείγματα
He gave my car a jump-start when the battery died. 

Έδωσε μια εκκίνηση στο αυτοκίνητό μου όταν η μπαταρία πέθανε.

to jump-start
01

αναζωογονώ, ξεκινώ δυναμικά

start or re-start vigorously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jump-start
γ΄ ενικό πρόσωπο
jump-starts
ενεστώτα μετοχή
jump-starting
απλός αόριστος
jump-started
παθητική μετοχή
jump-started
02

ξεκινώ με καλώδια, κάνω ξεκίνημα με μπαταρία άλλου αυτοκινήτου

start (a car engine whose battery is dead) by connecting it to another car's battery 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store