Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stationer's
01
χαρτοπωλείο, κατάστημα χαρτικών
a shop where paper, pens, and other office or school supplies are sold
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stationer's
Παραδείγματα
She went to the stationer's to buy notebooks and pens.
Πήγε στο χαρτοπωλείο να αγοράσει σημειωματάρια και στυλό.



























