Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undercook
01
ελλιπώς μαγειρεύω, δεν μαγειρεύω αρκετά
to cook food for less time than necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undercook
γ΄ ενικό πρόσωπο
undercooks
ενεστώτα μετοχή
undercooking
απλός αόριστος
undercooked
παθητική μετοχή
undercooked
Παραδείγματα
He accidentally undercooked the chicken, so it had to go back in the oven.
Έψησε κατά λάθος το κοτόπουλο λιγότερο από όσο χρειαζόταν, έτσι έπρεπε να επιστρέψει στο φούρνο.
Λεξικό Δέντρο
undercook
cook



























