Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orally disintegrating tablet
/ˈoːɹəli dˌɪsˈɪntɪɡɹˌeɪɾɪŋ tˈæblət/
ODT
orally dissolving tablet
Orally disintegrating tablet
01
δισκίο στοματικής διάσπασης, δισκίο που διαλύεται στο στόμα
a type of medication that dissolves quickly in the mouth without the need for water or chewing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orally disintegrating tablets



























