care home
Pronunciation
/kˈɛɹ hˈoʊm/

Ορισμός και σημασία του "care home"στα αγγλικά

01

οίκος ευγηρίας, καταφύγιο φροντίδας

a facility that provides residential care and support for individuals who need assistance with daily activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
care homes
Παραδείγματα
She visits her mother every day at the care home.
Επισκέπτεται τη μητέρα της κάθε μέρα στο γηροκομείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store