Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Care home
01
οίκος ευγηρίας, καταφύγιο φροντίδας
a facility that provides residential care and support for individuals who need assistance with daily activities
Παραδείγματα
She visits her mother every day at the care home.
Επισκέπτεται τη μητέρα της κάθε μέρα στο γηροκομείο.



























