Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pediatric dentistry
01
παιδοδοντιατρική, οδοντιατρική παιδιών
a dental specialty that focuses on providing dental care for children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pediatric dentists
LanGeek



























