injera
in
ɪn
in
je
ˈʤɛə
jeē
ra

Ορισμός και σημασία του "injera"στα αγγλικά

01

ιντζέρα, μια ξινή πίτα που είναι βασικό τρόφιμο στην αιθιοπική και ερυθραϊκή κουζίνα

a sourdough flatbread that is a staple in Ethiopian and Eritrean cuisine, made from fermented teff flour batter 
injera definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
injeras
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store