Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lavash
01
λαβάς, αρμενική πλατύψωμη
a soft, thin, unleavened Armenian flatbread made from flour, water, and salt, typically baked in a tandoor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lavashes



























