ristretto
rist
ˈrɪst
rist
re
re
tto
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "ristretto"στα αγγλικά

01

ένα ristretto, ένα σύντομο και πυκνό σφηνάκι εσπρέσο

a short and concentrated shot of espresso that is brewed with a smaller amount of water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ristrettos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store