Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Khorovats
01
χορόβατς, ένα αρμενικό πιάτο από ψητό ή ψημένο κρέας μαριναρισμένο σε μπαχαρικά
an Armenian dish made of grilled or roasted meat that is marinated in spices, vegetables, and sometimes fruit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
khorovats



























