khinkali
Pronunciation
/kɪŋkɑːli/

Ορισμός και σημασία του "khinkali"στα αγγλικά

01

χινκάλι, ένα παραδοσιακό γεωργιανό ζυμαρικό γεμιστό με πικάντικο κιμά

a traditional Georgian dumpling filled with spiced minced meat, typically lamb or beef
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
khinkali
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store