Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kupati
01
κουπάτι, ένα παραδοσιακό γεωργιανό πιάτο από καρυκευμένο κιμά
a traditional Georgian dish made of seasoned minced meat, shaped into sausages or patties and grilled or fried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kupatis
LanGeek



























