Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kurdish
01
κουρδικά, κουρδική γλώσσα
an Iranian language spoken in Turkey and Iran and Iraq and Syria and Russia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
kurdish
01
Κουρδικός, σχετικός με τους Κούρδους
of or relating to Kurdistan or the Kurds or their language and culture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























