kurdish
kur
ˈkɜ:
dish
dɪʃ
dish

Ορισμός και σημασία του "Kurdish"στα αγγλικά

01

κουρδικά, κουρδική γλώσσα

an Iranian language spoken in Turkey and Iran and Iraq and Syria and Russia 
Kurdish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

Κουρδικός, σχετικός με τους Κούρδους

of or relating to Kurdistan or the Kurds or their language and culture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store