Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pirog
01
πιρόγκ, παραδοσιακό ανατολικοευρωπαϊκό γλύκισμα
a traditional Eastern European pastry consisting of a baked or fried dough filled with sweet or savory fillings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pirogi



























