pirog
pi
pi
rog
ˈrəʊg
rewg

Ορισμός και σημασία του "pirog"στα αγγλικά

01

πιρόγκ, παραδοσιακό ανατολικοευρωπαϊκό γλύκισμα

a traditional Eastern European pastry consisting of a baked or fried dough filled with sweet or savory fillings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pirogi

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store